loading

Show info
Νίκος Δεσεκόπουλος

Copyright © 2016

designed by
webcreativity.me

Published 15 Ιουνίου, 2008

Οι τεχνικές της χάραξης

Η  ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ (αναγλυφοτυπία – υψιτυπία)
Από  τους  αρχαίους  λαούς  το  σκάλισμα  και  αποτύπωμα ενός  σχεδίου  σε  κάποιο  υλικό ( πέτρα, ξύλο, κόκαλα,  πηλό  κλπ)  είχε  πολλές  εφαρμογές  διακοσμητικές  και  πρακτικές. Χαρακτηριστικό  παράδειγμα  ας  είναι  στο  μυαλό  μας  οι σφραγιδόλιθοι  και  η  χρήση  τους  με  την  μορφή  υπογραφής  σε  έντυπα , επιστολές, συμβόλαια. Επάνω  σε  μια  σκληρή  και  ανθεκτική  για  χρήση  επιφάνεια  με  αιχμηρό  εργαλείο  δημιουργούσαν  ένα  εγχάρακτο  σχήμα, μια  ‘’μήτρα’’, που  έδινε  πανομοιότυπα  αντίτυπα  και  αποτελούσε  μοναδικό  σχήμα  για  χρήση  από  τον  ιδιοκτήτη  του. Αυτή  η  χειρονομία  χάραξης  της  ‘’μήτρας’’  και αντιτύπου γέννησε  στην  συνέχεια  την  ιδέα  για  διάφορες  άλλες  εφαρμογές.   Ανάλογα με τον τρόπο που κόβεται η ξύλινη πλάκα από το δέντρο και τη φορά που έχουν τα νερά της διακρίνονται δύο είδη ξυλογραφίας: η ξυλογραφία σε πλάγιο( όταν  η  χαρακτική  μήτρα  αποτελείται από  σανίδες, πάχους  16 – 20  χιλιοστά,  κομμένες  κατά  το  ύψος  του  κορμού)    και η ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο ( όταν  η  χαρακτική  μήτρα  αποτελείται  από  μικρά  κομμάτια  ξύλου  κομμένα  κάθετα  στο ύψος  του  κορμού – ροδέλες ,πάχους  30 – 40  χιλιοστά, όπου μετά  από  την  ανάλογη  κοπή  ενώνονται  σαν  κύβοι  το  ένα  κοντά  στο  άλλο  μέχρι  να  προκύψει  η  απαιτούμενη  επιφάνεια) .

 

Πλάγιο  Ξύλο – η  παλαιότερη  μέθοδος  χάραξης 
Α) Το  σχέδιο  αρχικά  μεταφέρεται  από  το  πρωτότυπο  έργο  με  διαφανές  χαρτί    επάνω  σε  μια  πλάκα  ξύλου αντίστροφα. Για  παράδειγμα  το  γράμμα  ‘’ε‘’  θα  μεταφερθεί  σαν ‘’3‘’, επάνω  σε  λειασμένη  επιφάνεια  από  κολλημένες  σανίδες  η  μια  δίπλα  στην  άλλη ( που  στην  συνέχεια  θα  πλανίσουμε  και   θα τρίψουμε  με  γυαλόχαρτο ). Στη  συνέχεια  καλύ-πτεται  η  επιφάνεια  με  σινική  μελάνη  και  η  επιφάνεια  γίνεται  μαύρη, με  ελαφρύ  μείγμα  κόλλας.

Β) Με  ειδικά  μαχαίρια  – καλέμια  χαράζουμε  τις  βασικές  γραμμές  του  σχεδίου.
Όσα  σημεία  του  ξύλου  αφαιρέσουμε  με  τα  ειδικά  κοφτερά  εργαλεία ( κοπίδια, καλέμια, γούζες  και  σκαρπέλα) , θα  κατέβουν  σε  ύψος  και  αντιστοιχούν  στις  ‘’ λευκές αξίες –  τμήματα  και  φόρμες  του  σχεδίου  μας / φως’’ , ενώ  οτιδήποτε  παραμείνει  απείραχτο  στο  αρχικό  ύψος  της  επιφανείας  αντιστοιχεί  στα  ‘’μαύρα τμήματα – φόρμες  του  σχεδίου  μας / σκιά’’.. Ο  καλλιτέχνης  χαράκτης  παίζει  συνεχώς  με  τις  αξίες  του  λευκού  και  μαύρου. Τα  μεγάλα  τμήματα  αφαιρούμε  με  τα  σκαρπέλα  ή  τις γούζες, ενώ  τα  μικρότερα  με  μικρότερα  κοπίδια  που  ομοιάζουν  πολύ  με  αυτά  του  ξυλογλύπτη  ή  του  χρυσοχόου. Τα  γκρίζα  μέρη  αποδίδονται  με  τα  ‘’χτένια  ή  κοχορόκρανα’’ , αλλά  και  συνδυασμένες  μικρές  χαρακιές.

Τα  σημεία  του  γράμματος  που  εξέχουν   είναι  αυτά  που  θα  δεχθούν  τυπογραφική  μαύρη  μελάνη  με  μικρό  ειδικό  κύλινδρο, ενώ  ο  τριγύρω  χώρος,  που  βρίσκεται  λίγα  χιλιοστά  παρακάτω  και  δεν  θα  μελανώνεται.

Εδώ  θα  σημειώσουμε  ότι  η  οποιαδήποτε  λάθος  κίνηση  στη  χάραξη  δεν  αντικαθίσταται, οτιδήποτε  αφαιρείται   πολύ  δύσκολα  συμπληρώνεται. Έτσι  πέρα  από    δεξιοτεχνία  και  ικανότητα  ο  Χαράκτης  θα  πρέπει  να  διαθέτει  και  την  ετοιμότητα  να  αντιπαρέλθει  το  λάθος  εξισορροπώντας  το  με  άλλη  λύση. Αυτή  εδώ  ακριβώς  είναι  και  η  πλέον  σημαντική  ειδοποιός   διαφορά  μεταξύ  ενός  απλού  τεχνίτη  που  εφαρμόζει  το  σχέδιο  και  του  χαράκτη,  καθώς  ο  τελευταίος   δημιουργεί  ο  ίδιος,  πλάθει  και  παίζει  με  τα  σχήματα, τις  φόρμες , το  φως  και  σκιά, έτοιμος  κάθε  στιγμή  να  βρει  λύση  με  έμπνευση.

Γ)  Με  ειδικό  κύλινδρο από  καουτσούκ  απλώνουμε  τυπογραφική  μελάνη  από  ένα  κομμάτι  τζαμιού  στην  ξύλινη  επιφάνεια  και  τα  μέρη  που  εξέχουν.

Δ) Τοποθετούμε  το  ανάλογο  ειδικό  γιαπωνέζικο  ριζόχαρτο  στη  μελανωμένη  επιφάνεια  και  με  μια  γλυφίδα   στο  χέρι , τρίβουμε  μεθοδικά  και  επίμονα  το  χαρτί  επάνω  της. Ελέγχουμε  την  απόδοση  της  εκτύπωσης  προσεχτικά  ανασηκώνοντας  μια  άκρη  του  χαρτιού  και  μπορούμε  να  επαναλάβουμε  την  εκτύπωση  για  δεύτερη  φορά  χωρίς  όμως  να  μετακινήσουμε  το  χαρτί  από  την  θέση  του.

 Όρθιο  Ξύλο
Εάν  αντί  σανίδες  ξύλου  χρησιμοποιήσουμε  πλάκα  από  κορμό  ξύλου  κομμένο  εγκάρσια, η  επιφάνεια  είναι  πολύ  σκληρή  και  τα  καλέμια  που  απαιτούνται  είναι  διαφορετικά, ανάλογα  με  αυτά  του  ‘’burin ‘’, μέθοδος   που  επιτρέπει  μια  πιο  λεπτή  και  φίνα  εργασία  με  μεγάλη  ομοιότητα  με  αυτή  του  ‘’ burin  ‘’ (χαλκογραφία  με  καλέμι ).

Η  επιφάνεια  είναι  πολύ  πιο  ανθεκτική  στην  πίεση,  οπότε  στην  περίπτωση  της  τυπογραφίας, προσφέρεται  καλύτερα  για  μαζική  εκτύπωση  με  την  βοήθεια  τυπογραφικού  πιεστηρίου.

Έγχρωμη  Ξυλογραφία
 Όταν  το  έργο  είναι  με  χρώμα  ο  καλλιτέχνης  αναλύει  – διαιρεί   την  εικόνα  κατά  την  κρίση  του   σε  μεγάλες  ή  μικρές  έγχρωμες  φόρμες  σε  ανάλογες  πλάκες. Κάθε  χρώμα   έχει  συγκεκριμένη  θέση  και  χρωματικό  ρόλο  στην  σύνθεση. Αυτό  επιτυγχάνεται  με  την  βοήθεια  ενός  διαφανούς  χαρτιού, όπου  ο  χαράκτης  σαν  ένας  σκηνοθέτης  μοιράζει  τους  ρόλους  του  χρώματος  σε  διάφορες  πλάκες – μήτρες. Φροντίζει  τόσο  κατά  την  χάραξη, όσο   και  κατά  την    εκτύπωση  να  υπάρχουν  άλλα  τμήματα  με  αυτούσιο  χρώμα  και  άλλα  με  σύμπτωση  και  ανάμειξη  των  χρωμάτων, αλλά  και  τόνους  – διαβαθμίσεις. Πολλές  φορές  στα  τμήματα  που  δύο  χρώματα  πατάνε  το  ένα  στο  άλλο, έχουμε  ανάμειξη  και  μια  νέα  απόχρωση  προκύπτει. Έτσι   αν  χρησιμοποιήσει  δύο  χρώματα πχ  κόκκινο  και  κίτρινο, έχουμε  και  ένα  τρίτο  την  ανάμειξή  τους  το  πορτοκαλί  συν  πάντα  το  λευκό, απόχρωση    του  χαρτιού.  Και  χρησιμοποιούμε  άλλη  πλάκα  για  το  κίτρινο  και  άλλη  για  το  κόκκινο. Ωστόσο  κάποιες  στιγμές  μπορεί  να  χρησιμοποιηθεί  και  η  ίδια  πλάκα  για  να  μελανωθεί  με  δύο  χρώματα, με  την  προϋπόθεση  όμως  ότι  τα  χρώματα  έχουν  από  το  σχέδιο  διακριτούς  ρόλους  και  δεν  συμπίπτουν…

Λινόλεουμ
Στην    κατηγορία της  αναγλυφοτυπίας  από  πλευράς  υλικών  χάραξης, μελανώματος,   εκτύπωσης  και  εικαστικού  αποτελέσματος, ανήκει  και  το  ‘’λινόλεουμ’’. Η  λέξη  προέρχεται  από  το  λατινικό  linum (=λινάρι)  και   oleum (=λάδι), ένα  υλικό  που  αναπτύχθηκε   από  την  γερμανική  βιομηχανία  για  επίστρωση  δαπέδων.  Είναι   ένα  μείγμα  φελλού  και  βερνικιού  λινελαίου, σχετικά  πιο  μαλακό  και  χωρίς  τα  ‘’νερά’’  του ξύλου, είναι  πιο  φθηνό  και  αποθηκεύεται   και  μεταφέρεται  ευκολότερα. Αυτοί οι  συγκεκριμένοι  λόγοι  έκαναν  το  ‘’λινόλεουμ’’ ιδιαίτερα  αγαπητό  στους  καλλιτέχνες  στις  οικονομικά  δύσκολες  περιόδους, όπως  συνέβη  με  Έλληνες  χαράκτες  στην  περίοδο  της  Κατοχής.

Το  αποτέλεσμα  θυμίζει  πολύ  την  εικαστική  άποψη  ξυλογραφίας σε  πλάγιο  ξύλο  αν  και  διαφέρει  στις  εύκαμπτες  καμπύλες  των  γραμμών  και  τις  απολήξεις  στα  όρια  των  σχημάτων.

( ακολουθούν  οι  νεώτερες  τεχνικές  , χάραξη  σε  μέταλλο  ΧΑΛΚΟΓΡΑΦΙΑ και  ΜΠΙΡΕΝ  ( βαθυτυπία ), η  επιπεδοτυπία  ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΑ και  άλλες  νεώτερες…)

βλέπε  στη  ιστοσελίδα  της  ΕΕΧ.  εκεί  και  σχετική  βιβλιογραφία  ή  ορολογία.

 

ΓΙΑ  ΤΗΝ  ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ
Πολλοί χαράκτες έχουμε αναλύσει στο κοινό την τεχνική της ξυλογραφίας, όμως οι στόχοι και τα μηνύματα μας δε γίνονται αντιληπτά.

Εκείνο που προέχει είναι οι θεωρητικές γνώσεις γύρω από τη δημιουργία μιας ξυλογραφίας. Ο καθένας μπορεί να χαράξει σε μια πλάκα ξύλου, αλλά δεν θα γίνει ποτέ δημιουργός ξυλογράφος. Για να φτάσει κανείς να χαράξει μια αξιόλογη και καθ’όλα ισορροπημένη και χρωματισμένη (με μαύρο- άσπρο) ξυλογραφία, πρέπει να είναι γνώστης και της θεωρίας. Στο ξεκίνημα μιας ξυλογραφίας είναι απαραίτητη η ζωγραφική μακέτα, στην οποία σημειώνουμε την ιδέα μας που θα ολοκληρωθεί στη συνέχεια με τη χάραξη και την εκτύπωση.

Σημαντική προϋπόθεση για ένα χαράκτη είναι να γνωρίζει να μεταφράζει τη ζωγραφική μακέτα σε χαρακτικό έργο. Η μίμηση άλλης τέχνης (ακουαρέλα, λάδι, κ.λπ.) είναι σοβαρό λάθος στη χάραξη.

Την ώρα της μετάφρασης, φόρμες, θα ενωθούν ή θα διασπασθούν, θα δημιουργηθούν περάσματα, ανάλογα, στο φως και στη σκιά. Η κίνηση του μαύρου ή του λευκού με τα γκρίζα (παύσεις) ολοκληρώνουν το χαρακτικό έργο. Ο χώρος είναι ή ελεύθερος ή δεδομένος. Η μακέτα θα ολοκληρωθεί με τη χάραξη και το εκτύπωμα, όπως προαναφέραμε ανάλογα, όμως, με τον προσωπικό τρόπο έκφρασης του κάθε καλλιτέχνη. Επιπλέον σημαντικό είναι να γνωρίζει ο δημιουργός ότι πρέπει να φτάσει σε ένα αποτέλεσμα τέτοιο ώστε να φαίνεται το χάραγμα του έγχρωμο, αν και θα είναι τυπωμένο σε μαύρο – άσπρο.

Το παιχνίδι της μαύρης φόρμας στο λευκό και της λευκής στο μαύρο είναι κλασικό. Πρέπει όμως μέσα σε αυτό το παιχνίδι να λειτουργήσει ο καλλιτέχνης σωστά τις μεγάλες του φόρμες στο χαρακτικό χώρο. Οι αρμονικές χαράξεις βοηθούν σε αυτό. Πρέπει να ελέγχεται το αποτέλεσμα της ασύμμετρης τοποθέτησης στο χώρο που εμείς δημιουργούμε ή βλέπουμε, επίσης η ισορροπία των σχημάτων ή οι συγκρούσεις τους. Να γνωρίζει τις δυνάμεις που ενεργούν για να δώσουν κίνηση, φορά στη φόρμα. Πρόβλημα δημιουργούν οι διαφανείς φόρμες, που πρέπει να βρίσκονται στη σωστή θέση και σε μικρή έκταση για να μην δημιουργούν «τρύπες», όπως λέμε.

Είναι γνωστό ότι η φορά της γραμμής ακολουθεί την φορά της φόρμας. Το ίδιο συμβαίνει και στη χάραξη. Η φορά της μαχαιριάς ακολουθεί τη φορά της φόρμας. Η ευθεία γραμμή γαληνεύει το χώρο, η βαρεία καμπυλόγραμμη τον αναταράσσει. Οι κάθετες φόρμες είναι βαρύτερες από τις πλάγιες.

Χρειάζεται μαεστρία χάραξης για να δημιουργήσει κανείς φόρμες που να δέχονται ή να απωθούν το φως. Άπειρα τα γκρίζα που κάθε χαράκτης μπορεί να δημιουργήσει, ανάλογα με τις ανάγκες του.

Οι γκρι φόρμες δε διαφέρουν μόνο στο χρώμα (τόνο), διαφέρουν στην ποιότητα, την κίνηση ή τη στατικότητα τους. Την ελεύθερη ή την κλασική τους χάραξη και ολοκληρώνουν το χρώμα στην μαυρόασπρη ξυλογραφία και η έξυπνη τοποθέτηση τους στο χώρο δίνει ολοκληρωμένα αποτελέσματα.

Εκτός, όμως, από τις γνώσεις που θίξαμε εδώ, απαραίτητη είναι η αισθητική καλλιέργεια του δημιουργού και οπωσδήποτε το ταλέντο.

                                                                                ΆΡΙΑ  ΚΟΜΙΑΝΟΥ